να ξημέρωνε μια μέρα
Sunday, September 23, 2007Ίσως να είναι δύο, δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Όχι απαραίτητα ένας καλός και ένας κακός, απλά ένας έτσι και ο άλλος αλλιώς, Δεν ξέρει καν πότε παρουσιάζει τον έναν και πότε τον άλλον, ή ξέρει; Τρεις προτάσεις μόνο μα τόσες αμφιβολίες. Ένας είναι, δεν είναι ότι σκέφτεται διαφορετικά απλά παρουσιάζει αλλιώς τον εαυτό του ή μάλλον όχι αλλιώς, εκεί που φοβάται δεν λέει όλη την αλήθεια, δεν λέει ψέματα, δεν τα λέει και όλα όμως. Ανοίγεται μόνο στους πολύ κοντινούς του ανθρώπους, και σε αυτούς που οι πιθανότητες να τους γνωρίσει άμεσα είναι ελάχιστες, μηδαμινές, αν δεν το επιδιώξει τουλάχιστον. Είναι ένας κανονικός (όπως το ορίζω εγώ) άνθρωπος που ζει ανάμεσα μας, είχε και έχει μια απλή ζωή με όλα τα στοιχεία της καθημερινότητας και της ρουτίνας που νομίζω πως έχουμε οι περισσότεροι από εμάς. Απλά φοβάται να παρουσιάζει τις εναλλακτικές, αναρχικές, ανορθόδοξες, παρανοϊκές, προοδευτικές ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε τις απόψεις και ιδέες του. Και αυτό γιατί απλά είναι ένας άνθρωπος μεγαλωμένος στα πρότυπα της κοινωνίας μας. Φοβάται μην παρεξηγηθεί, έτσι όλη τη μέρα είναι απλά ένας από εμάς, όταν πάει σπίτι του όμως και στον ελεύθερο του χρόνο ή θα μιλήσει για όλα αυτά στους φίλους του (με όλη τη σημασία της λέξης φίλος, όσο και αν ακούγεται γραφικό) ή στους άλλους υποτίθεται φίλους και γνωστούς του που βρίσκονται πίσω από μια οθόνη υπολογιστή και είναι έτοιμοι να τον διαβάσουν και να συζητήσουν μαζί του. Έτσι νοιώθει ασφάλεια μιλάει μόνο σε πολύ γνωστούς και σε πολύ άγνωστους, δύσκολα θα βγει παραέξω τι σκέφτεται γενικά. Έχω σκεφτεί ότι μπορεί να είναι και ντροπή που νοιώθει. Πόσο λάθος όμως μου φαίνεται αυτό. Εντάξει, ούτε και εγώ ένοιωσα ποτέ ελεύθερος, αλλά αυτό δεν θα μου στερήσει να κάνω αυτό που επιθυμώ, στα πλαίσια βέβαια που δεν ενοχλώ τους άλλους συμπολίτες μου. Συμφωνώ ότι το internet είναι ένα βήμα για να παραθέτεις τις απόψεις σου σε ένα πολύ μεγάλο κοινό άλλα άποψη μου επίσης είναι ότι πρέπει να μιλάς για αυτές και να πράττεις ανάλογα στην καθημερινότητα σου. Ο φόβος είναι ο χειρότερος εχθρός.
Είναι 11:59 ακριβώς, η ώρα που ξεκινάω να γράφω αυτά που θα ακολουθήσουν. Ξεκίνησα τουτο εδώ το blog πριν μερικό καιρό με το "είναι όμως μουνάρα"μια Τετάρτη του Ιουνίου. Δεν έιχα στο μυαλό μου ακριβώς αυτή την εξέλιξη που πείρε , χωρίς βέβαια να σημαίνει οτι δεν μου άρεσε. Βασικά το απόλαυσα, το ίδιο ελπίζω και για εσένα. Προσπάθησα χθές να το τραβήξω κι άλλο, δίνοντας στον Π. ας το πούμε σάρκα και οστά. Το ξανασκέφτηκα. Ίσως λίγο, ίσως οχι. Δεν μπορούσα να το τραβήξω τελικά. Ήθελα να παρουσιάζω απλές και σύνθετες καταστάσεις καθημερινών ανθρώπων, του Π., δικές σου, δικές μου, οι οποίες ήταν αξιόλογες για γράψιμο, περίεργες, εκνευριστικές, χιδαίες, συμαντικές, ασύμαντες. Δεν ήθελα να σχολιάζω, άμεσα τουλάχιστον, αυτό το άφηνα σε 'σένα. Ο Π. είμαι εγώ. Ο Π. δεν είμαι εγώ. Είναι σιγουρα δημιούργημα του μυαλού μου, αυτού του αιώνια παρανοικού και μαλακισμένου. Αν με ρωτούσες ποιος τελικά είναι ο Π.; υπάρχει; τι είναι; Είναι οι τελευταίες τρεις τέσσερεις γουλίες απο χθεσινό σκέτο γαλλικό καφέ ξεχασμένο μέσα στη κούπα πάνω στο γραφείο και η μανιακή τζούρα από τσιγάρο στριμένο χθές και αυτό, παρατημένο πάνω σε σημειώσεις δίπλα απο το πληκτρολόγιο ανάμεσα σε διάσπαρτες στάχτες, αυτό είναι ο Π. Δημιούργησα την συγκεκριμένη προβολή για τους λόγους που γράφω στο παραπάνω κείμενο το οποίο όπως και θα βλέπεις είναι γραμμένο λίγο πιο παλιά. Δημιούργησα τον Π. για να προσθέσω λίγο μυστήριο, για να εξιδανικεύσω το όλο θέμα. Ήταν ο Π. και ήταν αυτός, όχι εγώ με τα λάθη τα πάθη και τις μαλακίες μου. Σταματάω λοιπόν να γράφω για τις πραγματικές ιστορίες του Π. όχι γιατι βαρέθηκα, ούτε γιατί δεν συμβαίνουν πια, αλλά γιατί κουράστηκα, κουράστηκα να τις παρακολουθώ, κουράστηκα να αηδιάζω, κουράστηκα να εκνευρίζομαι, κουράστηκα να μου συμβαίνουν συνέχεια, κουράστηκα να σου συμβαίνουν συνέχεια. Σε ευχαριστώ που με παρακολούθησες, εσύ που σχολίαζες, αλλά και εσύ που μόνο διάβαζες, σε ευχαριστώ εσένα που σ'άρεσαν αυτά που έγραφα και ο τρόπος αλλά και εσένα που δεν σ'άρεσαν ή σε αφήνανε αδιάφορο. Θα συνεχίσσω να είμαι κοντά σας με κάτι άλλο που έχω στο μυαλό μου. Με εκτίμιση oth33r.
........ 5:45 τα χαράματα. Ο Π. είναι είδη όρθιος.
Πήνει τον καφέ του στη κουζίνα. Στρίβει ένα τσιγάρο, κάνει δύο τζούρες, χαζεύοντας την εφημερίδα.
Το απόγευμα που θα έρθουν τα εγκόνια σου, κανόνισε πάλι να καπνίζεις, είναι μικρά τα παιδιά μη συνηθίσουν απο τώρα το καπνό, του λέει με αυστηρό τρόπο η γυναίκα του.
Ναι μωρε, δεν βαριέσαι απαντάει νωχελικά ο Π. σνεχίζοντας να χαζεύει την εφημερίδα.
Περάσανε ένα υπέροχο απόγευμα με τα εγκόνια και τα παιδιά του Π. ήταν και ο μικρός Π. εκεί, έπαιζε όλη την ώρα με τα χώματα και τα νερά χαμένος στο δικό του μικρόκοσμο. Αδυναμία του Π. μεγάλη, είχε και το όνομά του, πάντα έλεγε οτι του έμοιαζε και καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι.
Κάποια στιγμή ο Π. αποροφήθηκε απο το παιχνίδι του μικρού, έστριψε ασυναίσθητα ένα τσιγάρο και άρχισε να το καπνίζει με τα μάτια κολημένα πάντα πάνω στο μικρό.
Π. του φώναξε η γυναίκα του, σβήσ' το.
10:00 το βράδυ στο καφενέ.
Ο Π. παραγκέλνει μια κούπα κρασί. Κάθετε μόνος σήμερα.
Πιάνει την κούπα, πείνει την τελευταία γουλιά απο το κρασί του, κάνει τη τελευταία τζούρα απο το τσιγάρο του, το σβήνει...
...κι ύστερα αφήνει τον καπνό με τον αέρα μπερδεμένα να φύγουν απο μέσα του. Για πάντα.
έμεινε εκεί στο καφενέ να στέκεται, κι έπιασε ο Γιώργης τη κυθάρα και τραγούδησαν όλοι στο καφενείο...
να ξημέρωνε μια μέρα μια γιορτή μια πασχαλιά
όλοι να 'τανε εδω πέρα και εγώ να έλειπα μακρία
να γλεντάνε να γελάνε και να πείνουν στην υγειά
τη δική τους τη δική μου και όσων λείπουνε μακριά.
ΤΕΛΟΣ

